↑ Επιστροφή σε Dictionary

shake (v, n)

κουνάω, ταρακουνάω, τρέμω

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

  • Shaken but not stirred κουνημένο αλλά όχι ανακατεμένο ο (διάσημος) τρόπος με τον οποίο προτιμάει το Martini του ο James Bond
  • Shake hands δίνω (δίνουμε) το χέρι (τα χέρια) για χειραψία.
  • I am all shook up είμαι αναστατωμένος/ταραγμένος (γνωστό τραγουδάκι του Elvis Prisley).
  • Shake off ξεφορτώνομαι (κάποιον ή κάτι), απαλάσσομαι από κάποιον ή κάτι.
  • Her shaking voice gave her away η τρεμάμενη φωνή της την πρόδωσε
  • You can’t perform brain surgery with shaking hands δεν μπορείς να κάνεις εγχείρηση εγκεφάλου με χέρια που τρέμουν

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar