Επιστροφή σε Dictionary

shave (v)

ξυρίζομαι, ξυρίζω

Παραδείγματα:

  • It’s better to shave every other day Είναι καλύτερα να ξυρίζεσαι κάθε δεύτερη μέρα
  • He always had a clean-shaven look. Είχε πάντα φρεσκοξυρισμένη (δηλ. καθαρή) εμφάνιση.
  • He shaved his head. Ξύρισε το κεφάλι του.
  • She shaved her eyebrows. Ξύρισε τα φρύδια της.
  • Shaving cream facilitates the cutting process. Η κρέμα ξυρίσματος βοηθάει το κόψιμο.
  • I cut myself shaving yesterday. Κόπηκα καθώς ξυριζόμουνα χτες.
  • He shaved off his moustache and his beard. Έκοψε το μουστάκι και τα γένια του.
  • He was unshaven and looked filthy in those dirty clothes. Ήταν αξύριστος και φαινόταν ακάθαρτος μ’αυτά τα βρόμικα ρούχα.
  • … the unwashed, unshaven, squalid, and dirty figures constantly running to and fro, and bursting in and out of the throng; Charles Dickens – Oliver Twist … οι άπλυτες, αξύριστες και βρόμικες φιγούρες που συνέχεια έτρεχαν από ‘δω κι από ‘κει και πετάγονταν μέσα απ’το πλήθος,

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων