Επιστροφή σε Dictionary

shoot (v, n)

πυροβολώ, φωτογραφίζω, πετάγομαι

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες.

Φυσικά θα τ’ ακούσετε να χρησιμοποιείται και στα σπορ (μπάσκετ, βόλλεϋ κλπ) και γενικά σε ότι μπορεί να περιέχει το να ρίχνεις ή να πετάς ή να εκτοξεύεις κάτι με δύνομη προς κάποιον στόχο.

και ακόμα σαν shot (παράγωγο καθομιλουμένης, ιδιαίτερα Αμερικάνικο) με ενδιαφέρουσες ιδιωματικές χρήσεις (βλ. παρακάτω στα παραδείγματα).

Παραδείγματα:

  • I shot the Sheriff but I didn’t shoot the deputyπυροβόλησα τον σερίφη αλλά οχι τον βοηθό του, γνωστό τραγουδάκι του Bob Marley που αργότερα έγινε μεγλύτερη επιτυχία από τον Eric Clapton.
  • He fired several shots and they all missed her πυροβόλησε αρκετές φορές αλλά καμμιά δεν την πέτυχε.
  • Taking night shots can be very tricky το να τραβάς νυχτερινές φωτογραφίες μπορεί να είναι πολύ δύσκολο (να κρύβει πολλά μυστικά). Πάντως μην απελπίζεστε, διαβάστε εδώ.
  • He only shoots landscapes αυτός φωτογραφίζει μόνο τοπία.
  • He was shot by his own father who took him for a thief πυροβολήθηκε από τον ίδιο τον πατέρα του που τον πέρασε για κλέφτη.
  • The fatal shooting took place only a few minutes ago οι θανάσιμοι πυροβολισμοί έλαβαν χώρα μόνο λίγα λεπτά πριν.

Ιδιωματικές χρήσεις του shot:

  • to win in that race is such a long shot είναι τόσο απίθανο το να κερδίσεις σ’αυτόν τον αγώνα (κούρσα).
  • I am the one who calls the shots here εγώ είμ’ αυτός που δίνει τα παραγγέλματα/διαταγές/εντολές εδώ.
  • I know it’s a tough one but I’d like to take a shot at it ξέρω ότι είναι κάτι δύσκολο αλλά θέλω να το δοκιμάσω (να το προσπαθήσω).

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar