Επιστροφή σε Dictionary

show (v, n)

δείχνω, επιδεικνύω, αποδεικνύω (στα μαθηματικά)

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar