↑ Επιστροφή σε Dictionary

shrink (v, n)

συρρικνώνομαι, συρρικνώνω, μειώνω, μειώνομαι

Σας ουσιαστικό διατηρεί την ίδια βασική έννοια:

μείωση, συρρίκνωση και επιπλεον

ψυχίατρος

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar