Επιστροφή σε Dictionary

sink (v, n)

βυθίζομαι, βυθίζω, βουλιάζω

Προσοχή!

Σαν ουσιαστικό έχει λίγο διαφορετική έννοια: λάκκος, λεκάνη, νεροχύτης

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων