Επιστροφή σε Dictionary

sink (v, n)

βυθίζομαι, βυθίζω, βουλιάζω

Προσοχή! Σαν ουσιαστικό έχει λίγο διαφορετική έννοια: λάκκος, λεκάνη, νεροχύτης

Παραδείγματα:

  • The leak was not fixed. The boat sank like a rock. Η διαρροή δεν επισκευάστηκε. Η βαρκα βυθίστηκε σαν πέτρα.
  • The Titanic sank in 1912 Ο Τιτανικός βούλιαξε το 1912
  • The sinking of the Lusitania in 1915 made America enter the war against Germany Η βύθιση του Λουζιτάνια το 1915 έκανε την Αμερική να μπει στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας
  • Car sales sank during the Oil crisis in 1973 Οι πωλήσεις αυτοκινήτων κατέρρευσαν (βυθίστηκαν) κατά την διάρκεια της πετρελαϊκής κρίσης το 1973
  • He was sunk in deep thoughts Ήταν βυθισμένος σε βαθιές σκέψεις
  • I sank my teeth into the delicious beef steak Βύθισα τα δόντια μου μέσα στην νόστιμη μπριζόλα
  • Three battle cruisers became involved between the lines, and in an instant one was blown up, and another crawled west in a sinking condition. Stephen King Hall – The Diary of a U-boat Commander Υπήρχαν τρία καταδρομικά και σε μία στιγμή το ένα εξεράγη κι ένα άλλο κινούνταν με δυσκολία προς τα δυτικά έτοιμο να βυθιστεί.
  • It has always been a mystery to me why we sank her, as I do not believe those things pay. Stephen King Hall – The Diary of a U-boat Commander Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί το βυθίσαμε (το Λουζιτάνια), καθώς δεν πιστεύω ότι είχε νόημα (ελεύθ. μετάφραση)

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων