↑ Επιστροφή σε Dictionary

sink (v, n)

βυθίζομαι, βυθίζω, βουλιάζω

Προσοχή!

Σαν ουσιαστικό έχει λίγο διαφορετική έννοια: λάκκος, λεκάνη, νεροχύτης

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar