↑ Επιστροφή σε Dictionary

slump (v, n)

καθίζηση, απότομη πτώση (για αξίες, τιμές, ποσότητες)

Σαν ρήμα έχει την ίδια βασική έννοια (καθιζάνω, κατακρημνίζομαι) και είναι ομαλό: slumped, slumped, slumping

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar