Επιστροφή σε Dictionary

smell (v, n)

Μυρίζω, μυρίζομαι, οσφραίνομαι, βρωμάω

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: smelled

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: μυρωδιά, όσφρηση, βρώμα

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar