Επιστροφή σε Dictionary

spend (v)

Ξοδεύω, δαπανώ

 

Πολύ σπάνια και σαν ουσιαστικό που έχει την ίδια βασική έννοια: αυτό που ξοδεύεται ή δαπανάται

Παραδείγματα:

  • Bring your guests here to spend the day with us φέρε τους καλεσμένους σου να περάσουν την μέρα μαζί μας
  • don’t spend more than you earn μην ξοδεύεις περισσότερα απ’όσα βγάζεις
  • I wish I could spend more time with my wife and children θα ήθελα να ξοδεύω περισσότερο χρόνο με την γυναίκα και τα παιδιά μου
  • I had to spend a lot of money to repair my old jalopy Χρειάστηκε να ξοδέψω πολλά για το σαραβαλάκι μου
  • The world should stop spending so much on weapons and start spending more on education Ο κόσμος πρέπει να σταματήσει να ξοδεύει τόσα πολλά σε όπλα και ν’αρχίσει να ξοδεύει περισσότερα σε εκπαίδευση
  • Spend your time wisely, for example learning a foreign language Ξόδευε το χρόνο σου συνετά, π.χ. μαθαίνοντας μία ξένη γλώσσα
  • If ‘t was mine I wouldn’t hide it; I’d spend it and have a good time. Mark Twain – Aventures of Tom Sawyer Αν ήταν δικός μου δεν θα τον έκρυβα, θα τον ξόδευα για να περάσω ωραία.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων