Επιστροφή σε Dictionary

spend (v)

Ξοδεύω, δαπανώ

Πολύ σπάνια και σαν ουσιαστικό που έχει την ίδια βασική έννοια: αυτό που ξοδεύεται ή δαπανάται

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar