↑ Επιστροφή σε Dictionary

spill (v, n)

χύνω, σκορπάω, αφήνω να τρέξει

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: spilled

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια με το ρήμα: αυτό που έχει χυθεί, σκορπίσει ή αφεθεί να τρέξει

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar