Επιστροφή σε Dictionary

spin (v, n)

περιστρέφομαι (με ταχύτητα), τυλίγω, περιστροφή (όπως μία σβούρα)

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar