Επιστροφή σε Dictionary

spirit (v, n)

πνεύμα, αλκοολούχο ποτό

Σαν ρήμα έχει την ίδια βασική έννοια, αλλά η μετάφρασή του στα Ελληνικά θα χρειαστεί να γίνει περιφραστικά: μεταφέρω ή εξαφανίζω (-ομαι) σαν πνεύμα ή σαν με πνεύμα ή μυστικά και άϋλα όπως ένα φάντασμα.

Παραδείγματα:

  • There are a lot of films about ghosts and spirits. Υπάρχουν πολλές ταινίες με φαντάσματα και πνεύματα.
  • My grandma is dead, but her spirit will allways be with us. Η γιαγιά μου έχει πεθάνει, αλλά το πνεύμα της θα είναι πάντα μαζί μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar