↑ Επιστροφή σε Dictionary

splinter (v, n)

παρανυχίδα, κάτι σκισμένο διαμήκως σε δύο τουλάχιστον κομμάτια, κάτι που πρέκυψε από ένα τέτοιο σκίσιμο, σκίζω κάτι διαμήκως σε δύο ή περισσότερα κομμάτια

Ομαλό ρήμα: splinter, splintered, splintered, splintering

 

Παραδείγματα:

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar