Επιστροφή σε Dictionary

split (v, n, adj)

χωρίζω, μοιράζω, διαιρώ


Επίθετο και ουσιαστικό με την ίδια βασική έννοια όπως και το ρήμα

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων