Επιστροφή σε Dictionary

spoil (v, n)

καταστρέφω, χαλάω

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: spoiled

To ουσιαστικό βασίζεται στην ίδια έννοια αλλά η ομοιότητα στηρίζεται στην αρχαία έννοια της λέξης: χαλάσματα, λάφυρα

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar