↑ Επιστροφή σε Dictionary

spread (v, n)

 

απλώνω, μοιράζω, διανέμω.

αλείφω

λ.χ. το βούτυρο πάνω σε μία φέτα ψωμί

διαδίδω

λ.χ. κάποια πληροφορία ή κάποιο νέο

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: επάλειψη, διάδωση

Start spreading the news, I’m leaving tonight … (απ’ το New York του Frank Sinatra)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar