Επιστροφή σε Dictionary

squeak (v, n)

τρίζω, τσιρίζω

Ομαλό ρήμα: squeak, squeaked, squeaked, squeaking

Παραδείγματα:

  • Mice squeak.  Τα ποντίκια τσιρίζουν. 
  • Some animals squeak, some others roar. Κάποια ζώα τσιρίζουν, άλλα μουγκρίζουν.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar