↑ Επιστροφή σε Dictionary

staff (n)

πλήρωμα, προσωπικό

το πλήρωμα ενός πλοίου, ενός αεροπλάνου, το προσωπικό μιάς εταιρείας

Παραδείγματα:

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar