Επιστροφή σε Dictionary

stand (v, n)

στέκομαι, περιμένω, στήσιμο, σημείο στάσης (ή πώλησης)

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων