↑ Επιστροφή σε Dictionary

stand (v, n)

στέκομαι, περιμένω, στήσιμο, σημείο στάσης (ή πώλησης)

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar