Επιστροφή σε Dictionary

steal (v, n)

κλέβω, κλοπή

 

 

Επίσης: κάνω κάτι χωρίς να γίνομαι αντιληπτός

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων