Επιστροφή σε Dictionary

stick (v, n)

κολλάω, σταθεροποιώ, καρφώνω, μπαστούνι, καλαμάκι (όπως από σουβλάκι)

Πολλές φορές θα το μεταφράσουμε βάζω κάτι κάπου ενώ άλλες φορές θα το μεταφράσουμε με την ακριβώς αντίθετη ελληνική λέξη, δηλ. βγάζω κάτι με τρόπο που να προεξέχει.

sticky: κάτι που κολλάει, κολλώδες

Παραδείγματα:

  • I was stuck in traffic for more than 2 hours έμεινα κολλημένος στο κυκλοφοριακό για περισσότερο από 2 ώρες
  • A souvlaki consists of pieces of pork on a wooden stick Το σουβλάκι αποτελείται από κομμάτια χοιρινού σ’ένα ξύλινο καλαμάκι
  • I don’t know what it was, but it was a sticky liquid. Δεν ξέρω τι ήταν αλλά ήταν ένα (κάποιο) κολλώδες υγρό
  • I’m stuck like glue to my guy γνωστό τραγούδι που τραγουδήθηκε πολύ κι από πολλές –
    my guy Είμαι κολλημένη στον άντρα μου σαν κόλλα
  • Santa Claus Got Stuck In My Chimney when he came last year Ella Fitzgerald – ομώνυμο τραγούδι Ο Αϊ-Βασίλης κόλλησε στην καμινάδα μου όταν ήρθε πέρυσι
  • … he stuck his pipe in a pocket in his jacket έβαλε την πίπα του σε μία τσέπη στο σακάκι του
  • … he stuck his head out of the window έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο
  • A manual transmission car has a gear stick. It is a lever used to change the transmission ratio. Ένα αυτοκίνητο με μηχανικό κιβώτιο (ταχυτήτων) έχει ένα λεβιέ (αλλαγής ταχυτήτων). Αυτός ο λεβιές χρησιμοποιήται για να αλλάζουμε τη σχέση μετάδοσης.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων