Επιστροφή σε Dictionary

stick (v, n)

κολλάω, σταθεροποιώ, καρφώνω, μπαστούνι, καλαμάκι (όπως από σουβλάκι)

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων