Επιστροφή σε Dictionary

stink (v, n)

βρωμάω, μυρίζω άσχημα

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια: βρώμα, άσχημη μυρωδιά

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων