Επιστροφή σε Dictionary

strike (v, n)

χτυπάω, χτύπημα, απεργώ, απεργία

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων