Επιστροφή σε Dictionary

swear (v)

ορκίζομαι, βλαστημάω

Παραδείγματα:

  • The witness put his hand on the Bible and swore to tell the truth Ο μάρτυρας έβαλε το χέρι το πάνω στο Ευαγγέλιο και ορκίστηκε να πει την αλήθεια
  • He swears he wasn’t there at that time Ορκίζεται ότι δεν ήταν τότε εκεί
  • One should never swear especially in front of children Δεν πρέπει κανείς να βλαστημάει ειδικά μπροστά στα παιδιά
  • I swear to God, I didn’t do it Μα τω Θεώ δεν το έκανα
  • Doctors all over the world still swear the Hippocratic oath Γιατροί σ’όλο τον κόσμο ακόμα ορκίζονται τον όρκο του Ιπποκράτη
  • I recalled how he had made me swear fidelity in the churchyard long ago, and how he had described himself last night as always swearing to his resolutions … Charles Dickens – Great Expectations Θυμάμαι που, πολύ καιρό πριν, στην αυλή της εκκλησίας, με έκανε να ορκιστώ πίστη και το πως περιέγραψε τον εαυτό του χτες το βράδυ σαν κάποιον που πάντα ορκίζεται για τις αποφάσεις που παίρνει …

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων