↑ Επιστροφή σε Dictionary

sweep (v, n)

σκουπίζω, σαρώνω

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar