Επιστροφή σε Dictionary

sweep (v, n)

σκουπίζω, σαρώνω

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων