↑ Επιστροφή σε Dictionary

swim (v, n)

κολυμπάω, επιπλέω

Σαν ουσιαστικό έχει την ίδια βασική έννοια:  κολύμπι, κολύμβηση

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar