Επιστροφή σε Dictionary

swing (v, n, adj)

κουνάω, κουνιέμαι πάντα με παλινδρομική κίνηση

ουσιαστικό κι επίθετο με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων