Επιστροφή σε Dictionary

swing (v, n, adj)

κουνάω, κουνιέμαι πάντα με παλινδρομική κίνηση, αφμιταλαντεύομαι, λικνίζομαι

ουσιαστικό κι επίθετο με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

  • a pendulum clock has a pendulum that swings back and forth ένα ρολόϊ με εκκρεμές έχει ένα εκκρεμές που κινείται περα-δώθε
  • a door swings on its hinges η πόρτα παλινδρομεί κινείται πέρα-δώθε (πάνω) στους μεντεσέδες της
  • In baseball the batter will swing a bat as best as he can, trying to hit the ball thrown by the pitcher. Στο μπέϊζμπολ αυτός με το μπαστούνι προσπαθεί να χτυπήσει (με μία κυκλική κίνηση) την μπάλα που του πετάει εκείνος που ρίχνει.
  • In an election a swing voter is a voter that is still undecided στις εκλογές ονομάζουμε αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους εκείνους που δεν έχουν αποφασίσει ακόμα (τι θα ψηφίσουν)
  • All children love swinging Σε όλα τα παιδιά αρέσει η κούνια
  • When she walks, she’s like a samba that swings so cool and sways so gentle. τραγούδι του Vinicius de Moraes – The Girl From Ipanema έγινε πολύ γνωστό από την Astrud Gilberto και τον Stan Getz Όταν περπατάει είναι σαν σάμπα κουνιέται και λικνίζεται τόσο ωραία κι απαλά.
  • Mr. Jaggers, swinging his purse: “what if it was in my instructions to make you a present, as compensation?” Charles Dickens – Great Expectations Ο κ. Τζάγκερς κουνώντας το τσαντάκι του: “τι (θα έλεγες) αν οι οδηγίες μου (έλεγαν) να σου κάνω ένα δώρο σαν αποζημίωση?”

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων