↑ Επιστροφή σε Dictionary

switch (v, n)

διακόπτης, αλλαγή, αλλάζω, ανταλλαγή, ανταλλάσσω, ανοίγω ή κλείνω τον διακόπτη ή ένα κουμπί

κατά προτίμηση για μηχανισμό που παίρνει μία από δύο δυνατές θέσεις.

 

Σαν ρήμα είναι ομαλό: switch, switched, switched.

switch on the lights

switch off the lights

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar