Επιστροφή σε Dictionary

teach (v, n)

διδάσκω, δάσκαλος (καθομιλουμένη)

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar