↑ Επιστροφή σε Dictionary

team (v, n, adj)

ομάδα, κάνω/φτιάχνω ομάδα, ομαδικός, -ή, -ό

Ομαλό ρήμα: team, teamed, teamed, teaming

παραδείγματα:

  • This is my team.  Αυτή είναι η ομάδα μου.
  • Is this the cheerleader team? Είναι αυτή η ομάδα μαζορετών?
  • The best players teamed into the Dream Team. Οι καλύτεροι παίκτες φτιάξαν την Ομάδα Όνειρο.
  • A team effort to prevail, failed miserably. Μία ομαδική προσπάθεια για επικράτηση, απέτυχε οικτρά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar