↑ Επιστροφή σε Dictionary

tear (v), tatter (v, n)

tear: σκίζω, αποκόπτω (όπως το απόκομμα ενός εισιτηρίου)

Προσοχή σαν ουσιαστικό σημαίνει:

δάκρυ

αλλά προφέρεται διαφορετικά.

tatter: κουρελιάζω, κομματιάζω (ένα κομμάτι ύφασμα)

(ομαλό ρήμα: tattered, tattered, tattering),

ενώ σαν ουσιαστικό σημαίνει πάλι ένα

κουρελάκι, ένα κομμάτι υφάσματος που κρέμεται

(συνήθως είναι ακόμα ενωμένο με το ύφασμα απ’ το οποίο προέρχεται)

 

 

 

Παραδείγματα:

  • His clothes were torn and tattered. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και κουρελιασμένα.
  • Did you have to pay for these tattered jeans. Χρειάστηκε να πληρώσεις γι’αυτό το σκισμένο τζήν? (ερώτηση που κάνω συχνά στην κόρη μου), βλέπετε τώρα είναι της μόδας τα σκισμένα ρούχα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar