Επιστροφή σε Dictionary

twist (n, v)

συστρέφω (όπως όταν γυρίζω τις άκρες ενός μακρόστενου αντικειμένου προς αντίθετες κατευθύνσεις), τυλίγω (όπως όταν τυλίγω δύο καλώδια, κλωστές, μαλλιά για κοτσίδα, σύρμα για να φτιάξω ένα πηνίο ή καλάμια για να φτιάξω ένα καλάθι)

Ουσιαστικό με την ίδια έννοια.

Φυσικά ο ομώνυμος χορός έχει πάρει τ’ όνομά του απ’ την χαρακτηριστική συστροφική κίνηση που κάνει το σώμα.

Παραδείγματα:

TP Cable = twisted pair cable τα γνωστά τηλεφωνικά καλώδια ή καλώδια δικτύων

UTP = unshielded twisted pair

STP = shielded twisted pair

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar