Επιστροφή σε Dictionary

understand (v)

καταλαβαίνω, κατανοώ

understanding: κατανόηση

Παραδείγματα:

  • You don’t seem to understand. I never meant to … Δεν φαίνεται να καταλαβαίνεις. Ποτέ δεν ήθελα να …
  • Do you understand the question, said the teacher to the student. Καταλαβαίνεις την ερώτηση, είπε ο δάσκαλος στον μαθητή.
  • You have to understand the Greek language in order to understand this saying. Πρέπει να καταλαβαίνεις Ελληνικά για να καταλάβεις αυτό το ρητό.
  • I can speak English but I can’t understand his accent. Μιλάω Αγγλικά αλλά δεν καταλαβαίνω την προφορά του.
  • You must first understand the objective of this exercise Πρέπει πρώτα να καταλάβεις τον σκοπό αυτής της άσκησης
  • A good salesman must always understand the needs of his customers Ένας καλός πωλητής καταλαβαίνει πάντα τις ανάγκες των πελατών του
  • I’ll never understand that kind of violent behavior Ποτέ δεν θα καταλάβω αυτό το είδος της βίαιας συμπεριφοράς
  • They understand what we say better than we understand them. James Joyce – Ulysses Μας καταλαβαίνουν καλύτερα απ’ότι εμείς αυτά.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων