Επιστροφή σε Dictionary

unforgettable (adj)

αξέχαστος, -η, -ο

Παραδείγματα:

  • This storm was unforgettable. Αυτή η κακοκαιρία θα μείνει αξέχαστη.
  • Unforgettable, that’s what you are. Αξέχαστη, αυτό είσαι (γνωστό τραγούδι του Nat King Cole που τραγούδησαν και πολλοί άλλοι).

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar