Επιστροφή σε Dictionary

upset (v, n, adj)

αναστατώνω, ταράζω, διαταράσσω

Ουσιαστικό και επίθετο με την ίδια έννοια

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων