Επιστροφή σε Dictionary

upset (v, n, adj)

αναστατώνω, ταράζω, διαταράσσω

Ουσιαστικό και επίθετο με την ίδια έννοια

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar