↑ Επιστροφή σε Dictionary

vex (v)

ενοχλώ, βασανίζω

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: vexed

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar