Επιστροφή σε Dictionary

wake (v, n)

ξυπνάω, ξεσηκώνω, ξεσήκωμα

 

 

 

 

Παραδείγματα:

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων