Επιστροφή σε Dictionary

wake (v, n)

ξυπνάω, ξεσηκώνω, ξεσήκωμα

είναι επίσης και το κύμα που αφήνει ένα σκάφος καθώς κινείται πάνω (ή και μέσα) σε ένα υγρό ή σε ένα αέριο, π.χ. το κύμα που αφήνει πίσω του ένα πλοίο

Παραδείγματα:

  • I woke up at 5 o’clock this morning Ξύπνησα στις 5 σήμερα το πρωί
  • I called the hotel reception and asked for a wake-up call at six o’clock Πήρα την ρεσεψιόν και ζήτησα να με ξυπνήσουν στις έξι
  • Don’t talk so loud, you’ll wake the baby Μην μιλάτε τόσο δυνατά. Θα ξυπνήσετε το μωρό.
  • She was sound asleep. I didn’t want to wake her. Κοιμόταν βαθιά. Δεν ήθελα να την ξυπνήσω.
  • I wake up to the sound of music, Mother Mary comes to me. The Beatles – Let it be Ξυπνάω με μουσική κι η μητέρα Μαίρη έρχεται σε μένα.
  • She goes to Opera and stays wide awake (yes, I do). Tony Bennett – The Lady Is A Tramp Πάει στην Όπερα και μένει ξύπνια (πράγματι μένω ξύπνια).
  • I told him I would do so, with all the interest and curiosity that his preparation awakened. Charles Dickens – Great Expectations Του είπα ότι θα το κάνω, με όλο το ενδιαφέρον και την περιέργεια που αυτή η προετοιμασία μου είχε φέρει (αφυπνήσει/ξεσηκώσει/δημιουργήσει)

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων