↑ Επιστροφή σε Dictionary

wear (v, n)

φοράω, φθείρω (π.χ. ρούχα)

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar