Επιστροφή σε Dictionary

wear (v, n)

φοράω, φθείρω (π.χ. ρούχα)

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες

Παραδείγματα:

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων