Επιστροφή σε Dictionary

weave (v, n)

πλέκω, κλώθω

έχει και ομαλή μορφή (weaved, weaved)

αλλά εμφανίζεται επίσης και σαν ανώμαλο: wove, woven

Φυσικά το γερούνδιο σαν: weaving

Παραδείγματα:

  • The spider weaves patiently its net Η αράχνη πλέκει υπομονοτικά τον ιστό της
  • This cloth has a very complex weave Αυτό το ύφασμα έχει πολύπλοκο πλέξιμο

 

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar