Επιστροφή σε Dictionary

weed (v, n)

αγριόχορτο, φύκι

καμμιά φορά μπορεί και να σημαίνει χόρτο, δηλ. μαριχουάνα ή κάτι τέτοιο

Παραδείγματα:

  • Weed is now legal in Colorado. H μαριχουάνα είναι τώρα νόμιμη στο Κολοράντο.
  • How to get rid of weeds in your garden: ΤΠως να ξεφορτωθείτε τα αγριόχορτα στον κήπο σας.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων