Επιστροφή σε Dictionary

wet (v, n, adj)

βρέχω, μουσκεύω, υγραίνω

 

Σαν ουσιαστικό και επίθετο σημαίνει τα ίδια πράγματα:

υγρός, βρεγμένος, μουσκεμένος

Ο αόριστος και η μετοχή του συναντώνται και με τη μορφή ομαλού ρήματος: wetted

Παραδείγματα:

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar