↑ Επιστροφή σε Dictionary

win (v, n)

κερδίζω (έναν αγώνα ή μία μάχη)

ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες
Παραδείγματα:

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar