Επιστροφή σε Dictionary

win (v, n)

νικάω, κερδίζω (π.χ. έναν αγώνα ή μία μάχη)

ουσιαστικό με παρόμοια έννοια: νίκη
Παραδείγματα:

win
win won won winning
  • She won the 1st Prize in the competition Κέρδισε το 1ο βραβείο στον διαγωνισμό
  • Meryl Streep has won 3 Oscars. Η Μέρυλ Στριπ έχει κερδίσει 3 Όσκαρ.
  • The battle of Marathon was won by the Greeks. Η μάχη του Μαραθώνα κερδήθηκε από τους Έλληνες.
  • May the best man win. Είθε να νικήσει ο καλύτερος.
  • The chance of winning the Lottery is 1 in 15.000.000 Η πιθανότητα να κερδίσει (κανείς) το Λόττο είναι μία στα 15.000.000
  • He won 3000 Euros in the Casino. Κέρδισε 3000 ευρώ στο καζίνο.
  • France won the World Cup in 2018. Η Γαλλία κέρδισε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 2018.
  • This is a win-win situation (ιδιωματισμός) Αυτή είναι μία κατάσταση όπου όλοι βγαίνουν κερδισμένοι.
  • Heads I win tails you lose. Κεφάλια κερδίζω, γράμματα χάνεις.
  • ‘There is no pursuit more worthy of me: … than the struggle to win such a heart as yours,’ said the young man, taking her hand. Charles Dickens – Oliver Twist ‘Δεν υπάρχει στόχος πιο σημαντικός για μένα … απ’το να αγωνιστώ να κερδίσω μια καρδιά σαν την δική σου’ είπε ο νεαρός παίρνοντας το χέρι της.
  • No matter how long it may take us to overcome this premeditated invasion, the American people in their righteous might will win through to absolute victory. F. D. Roosvelt, Dec. 8, 1941 μία ημέρα μετά την επίθεση στο Pearl Harbor (ελεύθ. μετάφραση) Όσο χρόνο κι αν χρειαστούμε να ξεπεράσουμε αυτήν την προσχεδιασμένη εισβολή, ο Αμερικανικός λαός δίκαια και με την δύναμή του θα κερδίσει απόλυτη νίκη.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων