Επιστροφή σε Dictionary

wind (v, n)

κουρδίζω, κάνω κύκλους, τυλίγω, αλλάζω κατεύθυνση, στριφογυρίζω

Συχνά και σε ομαλή μορφή: wind, winded, winded, winding.

Ουσιαστικό με παρόμοιες έννοιες.

wind up:  καταλήγω, εξελίσσομαι σε …, στο τέλος … .

Συχνά συνώνυμο με το end up.

Παραδείγματα:

  • I need to wind my watch Πρέπει να κουρδίσω το ρολόϊ μου,
  • The long and winding road that leads me to your door …   Ο μακρύς και στριφογυριστός δρόμος που με οδηγεί στην πόρτα σου, Ταγούδι των Beatles,
  • The river winds through the valley Ο ποταμός τρέχει στριφογυριστά μέσα από την κοιλάδα,
  • I always wind up coming back to you  Στο τέλος γυρίζω πάντα σε σένα,
  • He always winds up finding the right answer Πάντα καταλήγει να βρίσκει τη σωστή απάντηση,
  • After a tour in the factory,  I winded up in my office Μετά από μία περιήγηση στο εργοστάσιο κατέληξα στο γραφείο μου,
  • Everybody wondered how this box with gold coins winded up in the garbage Όλοι αναρωτιόντουσαν πως αυτό το κουτί με χρυσά νομίσματα κατέληξε στα σκουπίδια,
  • I’ll wind up being disappointed again Στο τέλος θα απογοητευτώ ξανά,
  • and this is how my favorit watch wound up in the garbage basket κι έτσι το αγαπημένο μου ρολόϊ κατέληξε στο καλάθι των αχρήστων,
  • the spider winds up its thread around its victim η αράχνη τυλίγει το νήμα της γύρω απ’το θύμα της.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar