Επιστροφή σε Dictionary

wreck (v, n), wreckage (n), shipwreck (n), wrecker (n)

Βλέπε σχετικό άρθρο.

Leave a Reply

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar