Επιστροφή σε Grammar

Όλα τα ανώμαλα ρήματα σε μία λίστα με την έννοια τους – All irregular verbs

Όλα τα ανώμαλα ρήματα σε μία λίστα για ταχύτερη πρόσβαση. Παραθέτουμε τη μετάφρασή τους αλλά λόγω έλλειψης χώρου σ’ αυτή τη σελίδα, αυτή είναι μόνο ενδεικτική. Για περισσότερες λεπτομέρειες στο Dictionary (θυμίζουμε ότι μπορείτε να βρείτε τις λέξεις του λεξικού επίσης και με το search box πάνω δεξιά).

Δυστυχώς, αυτά τα 150 ρήματα, πρέπει να τα μάθετε απ’ έξω. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με πολλές επαναλήψεις. Υπάρχει, ωστόσο, ένας τρόπος να διευκολύνετε αυτή την διαδικασία. Τα έχουμε χωρίσει σε 7 ομάδες ανάλογα με την “ανωμαλία” τους.

ΡήμαVerbΑόριστοςPastΜετοχή ΑορίστουPast ParticipleΜετοχή ΕνεστώτοςPresent ParticipleΈννοια(ενδεικτικά)
arisearosearisenarisingδιεγείρομαι, σηκώνομαι
awakeawokeawokenawakingξυπνάω
bewas/werebeenbeingείμαι, υπάρχω, υφίσταμαι
beatbeatbeatenbeatingχτυπάω, εξουθενωμένος
becomebecamebecomebecomingγίνομαι, ταιριάζω
beginbeganbegunbeginningξεκινώ
bendbentbentbendingλυγίζω
betbet
betted
bet
betted
bettingστοιχηματίζω
bidbid
bade
bid
bidden
biddingκάνω μια προσφορά κ.α.
bitebitbitten
bit
bitingδαγκώνω, δαγκωματιά, δάγκωμα αλλά και τσίμπημα (π.χ. από έντομο)
bleedbledbledbleedingαιμορραγώ
blowblewblownblowingεκρήγνυμαι
breakbrokebrokenbreakingσπάω
breedbredbredbreedingεκτρέφω
bringbroughtbroughtbringingφέρνω
broadcastbroadcastbroadcastbroadcastingεκπέμπω (π.χ. ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα)
buildbuiltbuiltbuildingχτίζω
burnburnt
burned
burnt
burned
burningκαίω
burstburstburstburstingεκρήγνυμαι
buyboughtboughtbuyingαγοράζω
castcastcastcastingρίχνω, χυτεύω
catchcaughtcaughtcatchingπιάνω
choosechosechosenchoosingδιαλέγω
clapclapt
clapped
clapt
clapped
clappingχτυπάω παλαμάκια
clingclungclungclingingπιάνομαι (από κάτι)
comecamecomecomingέρχομαι, φτάνω
costcostcostcostingκοστίζω
creepcreptcreptcreepingέρπω
cutcutcutcuttingκόβω
dealdealtdealtdealingκάνω συμφωνία
digdugdugdiggingσκάβω
divedove
dived
dove
dived
divingκαταδύομαι
dodiddonedoingκάνω
drawdrewdrawndrawingσύρω, σχεδιάζω, κλήρωση
dreamdreamt
dreamed
dreamt
dreamed
dreamingονειρεύομαι
drinkdrankdrunkdrinkingπίνω
drivedrovedrivendrivingοδηγώ, κινώ κάτι προς μία κατεύθυνση, κα
dwelldwelt
dwelled
dwelt
dwelled
dwellingκατοικώ
eatateeateneatingτρώω
fallfellfallenfallingπέφτω, καταλαγιάζω
feedfedfedfeedingτρέφω
feelfeltfeltfeelingαισθάνομαι
fightfoughtfoughtfightingπαλεύω, μάχομαι
findfoundfoundfindingβρίσκω
fitfit
fitted
fit
fitted
fittingταιριάζω
fleefledfledfleeingφεύγω, διαφεύγω
flingflungflungflingingπετάω
flyflewflownflyingπετάω
forbidforbadeforbiddenforbiddingαπαγορεύω
forgetforgotforgottenforgettingξεχνάω
forgiveforgaveforgivenforgivingσυγχωρώ
freezefrozefrozenfreezingπαγώνω
getgotgotgettingπαίρνω και πολλές άλλες έννοιες
givegavegivengivingδίνω
gowentgonegoingπηγαίνω, φεύγω, έτοιμος
grindgroundgroundgrindingτρίβω, κ.α.
growgrewgrowngrowingμεγαλώνω
hanghunghunghangingκρεμάω
havehadhadhavingέχω
hearheardheardhearingακούω
hidehidhiddenhidingκρύβω, κρύβομαι, κρυψώνα
hithithithittingχτυπάω
holdheldheldholdingκρατώ, συγκρατώ, σταθεροποιώ, κράτημα
hurthurthurthurtingπληγώνω
keepkeptkeptkeepingκρατώ, διατηρώ, συνεχίζω, φυλάω, κα
kneelkneltkneltkneelingγονατίζω, γονάτισμα
knowknewknownknowingγνωρίζω
laylaidlaidlayingαπλώνω, εναποθέτω, βάζω
leadledledleadingοδηγώ, καθοδηγώ, οδηγός, αρχηγός, κα
leapleapt
leaped
leapt
leaped
leapingκάνω άλμα
leaveleftleftleavingφεύγω, παραιτούμαι, φεύγω με άδεια
lendlentlentlendingδανείζω
letletletlettingεπιτρέπω
lielaylainlyingκείτομαι
lightlit
lighted
lit
lighted
lightingφωτίζω, φωτεινός, ελαφρύς
loselostlostlosingχάνω
makemademademakingκάνω, φτιάχνω, καθιστώ, είδος, μάρκα
meanmeantmeantmeaningσημαίνω
meetmetmetmeetingσυναντώ, γνωρίζω, συνάντηση
mistakemistookmistakenmistakingκάνω λάθος, λάθος
paypaidpaidpayingπληρώνω, πληρωμή, επί πληρωμή
proveprovedproven
proved
provingαποδεικνύω
putputputputtingβάζω
quitquitquitquittingπαραιτούμαι
readreadreadreadingδιαβάζω
ridridridriddingξεφορτώνομαι
rideroderiddenridingιππεύω, μετακινούμαι με αυτ/το, μοτ/τα κλπ
ringrangrungringingκουδουνίζω
riseroserisenrisingσηκώνομαι, εγείρομαι
runranrunrunningτρέχω

 

saysaidsaidsayingλέω, μιλάω, ρητό
seesawseenseeingβλέπω
seeksoughtsoughtseekingψάχνω, αναζητώ, επιδιώκω
sellsoldsoldsellingπουλάω, πώληση
sendsentsentsendingστέλνω
setsetsetsettingτοποθετώ
sewsewedsewnsewingσυρράπτω, ράβω, μπαλώνω
shakeshookshakenshakingκουνάω, ταρακουνάω, τρέμω
shaveshavedshaven
shaved
shavingξυρίζομαι, ξυρίζω
shineshoneshoneshiningλάμπω, λάμψη
shootshotshotshootingπυροβολώ, πετάγομαι, φωτογραφίζω
showshowedshownshowingδείχνω, επιδεικνύω
shrinkshrankshrunk
shrunken
shrinkingσυρρικνώνομαι
shutshutshutshuttingκλείνω
singsangsungsingingτραγουδώ
sinksanksunksinkingβυθίζω
sitsatsatsittingκάθομαι, παραμένω ήσυχος
sleepsleptsleptsleepingκοιμάμαι
slideslidslidslidingγλισστρώ, ολισθαίνω
slitslitslitslittingκόβω, χαρακώνω
smellsmelt
smelled
smelt
smelled
smellingμυρίζω
speakspokespokenspeakingμιλάω
speedspedspedspeedingκινούμαι γρήγορα, ταχύτητα
spendspentspentspendingξοδεύω
spillspilt
spilled
spilt
spilled
spillingχύνω
spinspunspunspinningπεριστρέφομαι (με ταχύτητα), τυλίγω, κα
spitspatspatspittingφτύνω, φτύσιμο
splitsplitsplitsplittingχωρίζω
spoilspoilt
spoiled
spoilt
spoiled
spoilingχαλάω
spreadspreadspreadspreadingανοίγω
springsprangsprungspringingπετάγομαι
standstoodstoodstandingστέκομαι, περιμένω
stealstolestolenstealingκλέβω
stickstuckstuckstickingκολλάω, σταθεροποιώ
stingstungstungstingingκεντρίζω, δαγκώνω ή τσιμπάω (όπως ένα έντομο)
stinkstankstunkstinkingβρωμάω
strikestruckstruckstrikingχτυπάω, χτύπημα, απεργώ, απεργία
stripstript
stripped
stript
stripped
strippingξεντύνομαι
strivestrovestrivenstrivingπροσπαθώ, αγωνίζομαι ή ανταγωνίζομαι σκληρά
swearsworeswornswearingορκίζομαι
sweepsweptsweptsweepingσκουπίζω, σαρώνω
swimswamswumswimmingκολυμπάω
swingswungswungswingingκουνάω, κουνιέμαι πχ με παλινδρομική κίνηση
taketooktakentakingπαίρνω, λαμβάνω
teachtaughttaughtteachingδιδάσκω
teartoretorntearingσκίζω, αποκόπτω
telltoldtoldtellingαφηγούμαι, λέω
thinkthoughtthoughtthinkingσκέφτομαι
throwthrewthrownthrowingπετάω
understandunderstoodunderstoodunderstandingκαταλαβαίνω
upholdupheldupheldupholdingυποστηρίζω, ανασηκώνω
upsetupsetupsetupsettingδιαταράσσω
vexvext
vexed
vext
vexed
vexingενοχλώ
wakewoke
waked
woken
waked
wakingξυπνάω
wearworewornwearingφοράω, φθείρω (π.χ. ρούχα)
weepweptweptweepingθρηνώ, δακρύζω
wetwet
wetted
wet
wetted
wettingμουσκεύω
winwonwonwinningκερδίζω (έναν αγώνα ή μία μάχη)
windwoundwoundwindingκουρδίζω, κάνω κύκλους
writewrotewrittenwritingγράφω

12 σχόλια

Μεταπήδηση στη φόρμα σχολίων

  1. Το may ανωμαλο δεν ειναι;

    1. Πράγματι δεν είναι ομαλό. Ωστόσο αυτό το ρήμα ανήκει στην κατηγορία των modal verbs που εξετάζουμε ξεχωριστά.

      1. 🙏🏻

  2. to go pos ginetai?

    1. Είναι μέσα στη λίστα: go went gone

  3. Καλημέρα και συγχαρητήρια για την υπέροχη και άκρως βοηθητική δουλειά σας.
    Θέλω να ρωτήσω, μήπως από τη μετοχή swingin λείπει στο τέλος ένα g ?
    Ευχαριστώ

    1. Ευχαριστούμε για τα καλά σας λόγια καθώς και για την πολύ σωστή παρατήρηση!
      Πράγματι έλειπε το g στο τέλος του Present Participle.

  4. πολυ καλο με βοηθησατε αρκετα

  5. Μπράβο αλλά βρήκα ένα λάθος στο strip στον past participle έχετε γράψει srtipping ενώ είναι stripping

    1. Ευχαριστούμε για την παρατήρηση. Η διόρθωση έγινε.

  6. Πολύ χρήσιμη σελίδα . Ευχαριστώ κι εγώ . Ε. Αντύπα

  7. Πού χρήσιμη και εύχρηστη ιστοσελίδα. Ευχαριστώ.

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων