have (got) to

have to υποχρέωση, αναγκαιότητα
you have to stop and pay the toll

have to και have got to (η έκδοση που χρησιμοποιείται περισσότερο στην Αγγλία) έχουν ταυτόσημες έννοιες: υποχρέωση, αναγκαιότητα. Είναι ένα semi-modal verb και …

Γράψτε ένα σχόλιο ή μια ερώτηση

Αρέσει σε %d bloggers:
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων