Το Κατηγορούμενο – l’ Attribut

Ίσως να μην το γνωρίζουμε, κι όμως το χρησιμοποιούμε καθημερινά, αυτόματα και αυθόρμητα.

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Ο Γιάννης έμεινε άφωνος στο άκουσμα της δυσάρεστης είδησης. Παρέμενε, ωστόσο, ήρεμος μα συλλογισμένοςΒυθισμένος καθώς ήταν στις σκέψεις του, δεν άκουσε την πόρτα που άνοιξε.

“Τι κάνεις εδώ;” , ρώτησε η μητέρα του, “Μοιάζεις χαμένος. Τι σου συμβαίνει;”

“Τίποτα.”, απάντησε, ” Απλώς, θα ήθελα να μείνω μόνος αυτή τη στιγμή.”

Η μητέρα βρήκε τη συμπεριφορά του ανησυχητική, παρ’όλα αυτά έφυγε, κλείνοντας την πόρτα.

Οι υπογραμμισμένες λέξεις στο παραπάνω κείμενο είναι το “κατηγορούμενο”. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα το συναντήσουμε και στα γαλλικά:

Jean est resté muet à l’écoute de la mauvaise nouvelle. Pourtant, il demeurait calme mais songeur. Comme il était absorbé par ses pensées, il n’a pas entendu la porte qui s’est ouverte. 

“Qu’est-ce que tu fais là?” a demandé sa mère, “Tu as l’air perdu.” “Qu’est-ce qui t’arrive?”

“Rien” il a répondu, “Seulement, je voudrais rester seul, en ce moment.”

La mère a trouvé son comportément inquiétant, cependant, elle est partie en fermant la porte.

Σε αντίθεση με το αντικείμενο, που αποτελεί ξεχωριστό όρο μέσα στην πρόταση και ο ρόλος του είναι να δέχεται την ενέργεια του υποκειμένου, το κατηγορούμενο λειτουργεί συμπληρωματικά και ταυτίζεται* ή με το υποκείμενο ή με το αντικείμενο του ρήματος. Ας πάρουμε το παραπάνω παράδειγμα λίγο πιο συνοπτικά:

Jean était muet, calme, songeur, perdu, seul, absorbé par ses pensées.

Όλα τα επίθετα της πρότασης αναφέροναι στον Γιάννη, (Jean, το υποκείμενο του ρήματος était). Περιγράφουν δε,την κατάστασή του, μετά τη δυσάρεστη είδηση.

Το ίδιο και στην παρακάτω φράση:

La mère a trouvé son comportément inquiétant,

Μ’ένα επίθετο χαρακτηρίζεται και η συμπεριφορά του, (son comportement, το αντικείμενο του ρήματος a trouvé), εξ’αιτίας του θλιβερού γεγονότος.

Μ’άλλα λόγια:

Το Κατηγορούμενο Attribut δίνει κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά ή περιγράφει μια κατάσταση στην οποία βρίσκεται:

α) το υποκείμενο ή

β) το άμεσο αντικείμενο (C.O.D)

Εκτός από επίθετο, θα μπορούσε να είναι:

  • ένα ουσιαστικό: Jean avait l’air d’un homme perdu. Ο Γιάννης έμοιαζε μ’έναν άνθρωπο χαμένο  
  • ένα απαρέμφατο: Jean restait sans parler. Ο Γιάνννης καθόταν χωρίς να μιλάει.
  • μια πρόταση: La mère trouvait que son comportément était inquiétant. Η μητέρα έβρισκε ότι η συμπερριφορά του ήταν ανησυχητική.

Σημαντικό να γνωρίζουμε είναι ότι:

α) το κατηγορούμενο του υποκειμένου, το συναντάμε μετά από ρήματα που δηλώνουν κατάσταση όπως τα: êtreείμαι, devenirγίνομαι, resterμένω, demeurerπαραμένω, avoir l’air/sembler/paraître, μοιάζω/φαίνομαι … κ.τ.λ. ενώ

β) το κατηγορούμενο του άμεσου αντικειμένου (C.O.D), μετά από ρήματα που δηλώνουν κρίση/άποψη όπως τα: croire/trouverπιστεύω/νομίζω, considérer θεωρώ, … κ.τ.λ.

Προσέξτε τη διαφορά:

  • Jean est professeur (Professeur έιναι κατηγορούμενο του υποκειμένου Jean. Ο Γιάννης και ο καθηγητής είναι το ίδιο πρόσωπο)
  • Jean parle au professeur de français (εδώ η λέξη professeur είναι το αντικείμενο του ρήματος. Ο Γιάνννης και ο καθηγητής είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα.)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar