↑ Επιστροφή σε Λεξικό

bol (le)

το μπολ,το κύπελλο

Παραδείγματα:

  • Les Francais boivent leur café dans un bol. Οι Γάλλοι πίνουν τον καφέ τους σε κύπελλο.
  • Elle a acheté un bol de cristal, très précieux. Αγόρασε ένα πολύτιμο, κρυστάλινο μπολ. 

Με συνθετικό την λέξη bol, θα συναντήσουμε μια πολύ συνηθισμένη έκφραση της γαλλικής αργκό, η οποία είναι η: en avoir ras le bol, εκφράζει την αγανάκτηση και σημαίνει: βαρέθηκα, είμαι ως εδώ.

  •  j’ en ai ras le bol de tes bêtises! Βαρέθηκα πια με τις ανοησίες σου!
  • Mes parents ne me comprennent jamais, j’ en ai ras le bol! Οι γονείς μου δεν με καταλαβαίνουν ποτέ, βαρέθηκα πια!

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar