↑ Επιστροφή σε Λεξικό

bouillir (v. irr.)

βράζω

Παραδείγματα:

  • Quand le lait bout, il déborde de la casserole. Όταν το γάλα βράζει ξεχειλίζει απ’την κατσαρόλα.
  • L’ eau bout à 100 degrès Celcius. Το νερό βράζει στους 100 βαθμούς Κελσίου.

faire bouillir: κάνω κάτι να βράσει. Tο χρησιμοποιούμε κυρίως όταν αναφερόμαστε στο μαγείρεμα:

  • Faites bouillir les œufs pendant 10 minutes pour  qu’ils soient durs. Βράστε τ’αυγά για 10 λεπτά για να γίνουν σφιχτά.
  • Elle fait bouillir de l’eau pour préparer une soupe. Βράζει νερό για να ετοιμάσει μια σούπα.
  • Faites bouillir la viande dans l’eau salée pour deux heures et puis ajoutez les légumes. Βράστε το κρέας σε αλατισμένο νερό για δύο ώρες και στη συνέχεια προσθέστε τα λαχανικά.

Μπορεί, ωστόσο, να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά:

bouillir de colère, d’impatience βράζω από θυμό, ανυπομονησία

  • Elle bout de colère chaque fois qu’elle reçoit la facture d’électrcité. Βράζει από θυμό κάθε φορά που έρχεται ο λογαριασμός του ρεύματος.
  • Faire bouillir la marmite (κάνω την κατσαρόλα να βράσει) και σημαίνει: Κερδίζω χρήματα, εξασφαλίζω τον επιούσιο, το φαγητό της οικογένειας.

Το ουσιαστικό που προέρχεται από το ρήμα: une ébulition βρασμός

  • Pour préparer des œufs à la coque porter l’eau à l’ébulition, puis ajoutez une pincée de sel, plongez délicatement les œufs dans l’eau et faites- les bouillir 3 min. Για να φτιάξετε αυγά μελάτα βράστε το νερό (φέρτε το νερό στο σημείο βρασμού), ύστερα προσθέστε μια πρέζα αλάτι, ρίξτε απαλά  τ’αυγά στο νερό και βράστε τα για 3 λεπτά. 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar