↑ Επιστροφή σε Λεξικό

carte (la)

χάρτης, κάρτα, χαρτιά, επισκεπτήριο, πιστωτική κάρτα, κατάλογος εστιατορίου-μπαρ

Παραδείγματα:

  • J’ai une carte de la Grèce  Έχω ένα χάρτη της Ελλάδας
  • À Noël, j’ envoie des cartes à tous mes amis. Τα Χριστούγεννα, στέλνω κάρτες σ’ όλους τους φίλους μου. 
  • En Grèce, la veille du Nouvel An, on a l’ habitude de jouer aux cartes jusqu à très tard le soir. Στην Ελλάδα, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συνηθίζουν να παίζουν χαρτιά μέχρι πολύ αργά το βράδυ. 
  • Il m’ a donné sa carte de visite et il m’ a demandé de lui téléphoner dans la semaine. Μου έδωσε το επισκεπτήριό του και μου ζήτησε να του τηλεφωνήσω μέσα στη βδομάδα.  
  • Est-ce que je peux payer par carte de crédit s’ il vous plaît? Μπορώ να πληρώσω με πιστωτική καρτα παρακαλώ; 
  • Le garçon a apporté au client la carte des consommations pour qu’ il choisisse. Ο σερβιτόρος έφερε στον πελάτη τον κατάλογο των ποτών για ν’αποφασίσει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αρέσει σε %d bloggers:
Skip to toolbar